Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difundir
01
διαδίδω
hacer que una información, idea o contenido llegue a muchas personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
difundo
γ΄ ενικό πρόσωπο
difunde
ενεστώτα μετοχή
difundiendo
απλός αόριστος
difundí
παθητική μετοχή
difundido
Παραδείγματα
La televisión ayudó a difundir la noticia rápidamente.
Η τηλεόραση βοήθησε να διαδοθούν γρήγορα τα νέα.



























