difundir
di
di
di
fun
fun
foon
dir
ˈdiɾ
dir
esculpirexpandirprevenirderretir

Ορισμός και σημασία του "difundir"στα ισπανικά

difundir
01

διαδίδω

hacer que una información, idea o contenido llegue a muchas personas 
difundir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
difundo
γ΄ ενικό πρόσωπο
difunde
ενεστώτα μετοχή
difundiendo
απλός αόριστος
difundí
παθητική μετοχή
difundido
Παραδείγματα
La televisión ayudó a difundir la noticia rápidamente. 

Η τηλεόραση βοήθησε να διαδοθούν γρήγορα τα νέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store