difundir
Pronunciation
/dˌifundˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "difundir"στα ισπανικά

difundir
01

διαδίδω

hacer que una información, idea o contenido llegue a muchas personas
difundir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
difundo
γ΄ ενικό πρόσωπο
difunde
ενεστώτα μετοχή
difundiendo
απλός αόριστος
difundí
παθητική μετοχή
difundido
Παραδείγματα
Es importante difundir el conocimiento científico.
Είναι σημαντικό να διαδίδουμε την επιστημονική γνώση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store