la fobia
fob
ˈfob
fob
ia
ja
ya
novia

Ορισμός και σημασία του "fobia"στα ισπανικά

01

φοβία, έντονος και παράλογος φόβος

miedo intenso e irracional hacia algo o alguien 
la fobia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fobias
Παραδείγματα
Tiene fobia a las arañas. 

Έχει φοβία στις αράχνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store