Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fastidiar
[past form: fastidié][present form: fastidio]
01
ενοχλώ, ενοχλώ
molestar o causar una ligera irritación de forma persistente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fastidio
γ΄ ενικό πρόσωπο
fastidia
ενεστώτα μετοχή
fastidiando
απλός αόριστος
fastidié
παθητική μετοχή
fastidiado
Παραδείγματα
¿ Te fastidia si fumo aquí?
Fastidiar αν καπνίσω εδώ;



























