Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sugerir
[past form: sugerí][present form: sugiero]
01
προτείνω
proponer o aconsejar algo a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sugiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
sugiere
ενεστώτα μετοχή
sugiriendo
απλός αόριστος
sugerí
παθητική μετοχή
sugerido
Παραδείγματα
Te sugiero que pruebes este plato.
Προτείνω να δοκιμάσεις αυτό το πιάτο.



























