el micrófono
Pronunciation
/mikɾˈɔfono/

Ορισμός και σημασία του "micrófono"στα ισπανικά

01

μικρόφωνο, μικ

dispositivo que convierte la voz o el sonido en señal eléctrica para amplificarlo o grabarlo
el micrófono definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
micrófonos
Παραδείγματα
El locutor acercó el micrófono a su boca.
Ο παρουσιαστής έφερε το μικρόφωνο κοντά στο στόμα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store