la ruta
ru
ˈru
roo
ta
ta
ta
enjutavolutareclutadisputa

Ορισμός και σημασία του "ruta"στα ισπανικά

01

διαδρομή, πορεία

camino o trayecto que se sigue para ir de un lugar a otro 
la ruta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rutas
Παραδείγματα
Esta es la ruta más corta a la playa. 

Αυτή είναι η συντομότερη διαδρομή προς την παραλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store