Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desagradable
01
δυσάρεστος
que causa molestia, fastidio o que no gusta a los sentidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desagradable
συγκριτικός βαθμός
más desagradable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desagradable
αρσενικό πληθυντικό
desagradables
θηλυκό ενικό
desagradable
θηλυκό πληθυντικό
desagradables
Παραδείγματα
No me gusta su tono de voz desagradable.
Δεν μου αρέσει ο δυσάρεστος τόνος της φωνής του.



























