Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cosmopolita
01
κοσμοπολίτικος
que reúne o refleja personas, culturas o influencias de muchos países
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cosmopolita
συγκριτικός βαθμός
más cosmopolita
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cosmopolita
αρσενικό πληθυντικό
cosmopolitas
θηλυκό ενικό
cosmopolita
θηλυκό πληθυντικό
cosmopolitas
Παραδείγματα
El barrio es cosmopolita y lleno de tiendas internacionales.
Η γειτονιά είναι κοσμοπολίτικη και γεμάτη διεθνή καταστήματα.



























