cosmopolita
Pronunciation
/kˌɔsmopolˈita/

Ορισμός και σημασία του "cosmopolita"στα ισπανικά

cosmopolita
01

κοσμοπολίτικος

que reúne o refleja personas, culturas o influencias de muchos países
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cosmopolita
συγκριτικός βαθμός
más cosmopolita
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cosmopolita
αρσενικό πληθυντικό
cosmopolitas
θηλυκό ενικό
cosmopolita
θηλυκό πληθυντικό
cosmopolitas
Παραδείγματα
El barrio es cosmopolita y lleno de tiendas internacionales.
Η γειτονιά είναι κοσμοπολίτικη και γεμάτη διεθνή καταστήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store