Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beneficiar
01
فایده رساندن
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
απλός αόριστος
beneficié
παθητική μετοχή
beneficiado
Παραδείγματα
Las nuevas medidas de seguridad beneficiarán a toda la población.
LanGeek



























