Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perezoso
01
τεμπέλης, οκνηρός
que evita trabajar o esforzarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más perezoso
συγκριτικός βαθμός
más perezoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perezoso
αρσενικό πληθυντικό
perezosos
θηλυκό ενικό
perezosa
θηλυκό πληθυντικό
perezosas
Παραδείγματα
Mi hermano es muy perezoso.
Ο αδερφός μου είναι πολύ τεμπέλης.
El perezoso
01
τεμπέλης ζώο, βραδύπους
mamífero arborícola de movimientos lentos y pelaje espeso, nativo de América Central y del Sur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
perezosos
Παραδείγματα
El perezoso vive en los árboles de la selva.
Ο βραδύπους ζει στα δέντρα της ζούγκλας.



























