el muro
mu
ˈmu
moo
ro
ɾo
ro
puroduromadurooscuro

Ορισμός και σημασία του "muro"στα ισπανικά

01

τοίχος, τείχος

estructura vertical sólida que delimita o cierra un espacio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
muros
Παραδείγματα
El muro rodea toda la casa. 

Ο τοίχος περιβάλλει ολόκληρο το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store