Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
argumentar
01
επιχειρηματολογώ
exponer razones o ideas para defender una opinión o convencer a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
argumento
γ΄ ενικό πρόσωπο
argumenta
ενεστώτα μετοχή
argumentando
απλός αόριστος
argumenté
παθητική μετοχή
argumentado
Παραδείγματα
Ella argumentó a favor de la propuesta.
Αυτή επιχειρηματολόγησε υπέρ της πρότασης.



























