Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
callar
01
σιωπώ, μένω σιωπηλός
dejar de hablar o no decir algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
callo
γ΄ ενικό πρόσωπο
calla
ενεστώτα μετοχή
callando
απλός αόριστος
callé
παθητική μετοχή
callado
Παραδείγματα
No pudo callar lo que sabía.
Δεν μπόρεσε να σιωπήσει για όσα ήξερε.



























