el calzado
cal
kal
καλ
za
ˈθa
θα
do
ðo
δο
caladocalladocalcadocalmado

Ορισμός και σημασία του "calzado"στα ισπανικά

01

υπόδηση, παπούτσι

cualquier artículo que se usa para cubrir los pies 
el calzado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calzados
Παραδείγματα
El calzado cómodo es esencial para caminar mucho. 

Ανετό υπόδημα είναι απαραίτητο για πολύ περπάτημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store