exuberante
ex
ˌek
ek
u
su
soo
be
βɛ
be
ran
ˈɾan
ran
te
te
te
alucinanteintegrantedeclarantefabricante

Ορισμός και σημασία του "exuberante"στα ισπανικά

exuberante
01

ενθουσιώδης, πλούσιος

que muestra mucha energía, entusiasmo o alegría desbordante 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas exuberante
συγκριτικός βαθμός
mas exuberante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exuberante
αρσενικό πληθυντικό
exuberantes
θηλυκό ενικό
exuberante
θηλυκό πληθυντικό
exuberantes
Παραδείγματα
Su risa exuberante llenó la sala. 

Το ζωηρό γέλιο της γέμισε το δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store