Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exuberante
01
ενθουσιώδης, πλούσιος
que muestra mucha energía, entusiasmo o alegría desbordante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas exuberante
συγκριτικός βαθμός
mas exuberante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exuberante
αρσενικό πληθυντικό
exuberantes
θηλυκό ενικό
exuberante
θηλυκό πληθυντικό
exuberantes
Παραδείγματα
Mostró una energía exuberante durante el concierto.
Έδειξε εκρηκτική ενέργεια κατά τη διάρκεια της συναυλίας.



























