pescar
pes
pes
pes
car
ˈkaɾ
kar
pesar

Ορισμός και σημασία του "pescar"στα ισπανικά

pescar
01

ψαρεύω

capturar peces o animales acuáticos usando redes, cañas u otros instrumentos 
pescar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pesco
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesca
ενεστώτα μετοχή
pescando
απλός αόριστος
pesqué
παθητική μετοχή
pescado
Παραδείγματα
Me gusta pescar en el lago los fines de semana. 

Μου αρέσει να ψαρεύω στη λίμνη τα σαββατοκύριακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store