Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pescar
01
ψαρεύω
capturar peces o animales acuáticos usando redes, cañas u otros instrumentos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pesco
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesca
ενεστώτα μετοχή
pescando
απλός αόριστος
pesqué
παθητική μετοχή
pescado
Παραδείγματα
Me gusta pescar en el lago los fines de semana.
Μου αρέσει να ψαρεύω στη λίμνη τα σαββατοκύριακα.



























