pescar
Pronunciation
/peskˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pescar"στα ισπανικά

pescar
[past form: pesqué][present form: pesco]
01

ψαρεύω

capturar peces o animales acuáticos usando redes, cañas u otros instrumentos
pescar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pesco
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesca
ενεστώτα μετοχή
pescando
απλός αόριστος
pesqué
παθητική μετοχή
pescado
Παραδείγματα
Pescar requiere paciencia y buena técnica.
Το ψάρεμα απαιτεί υπομονή και καλή τεχνική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store