Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disparar
[past form: disparé][present form: disparo]
01
τραβώ μια φωτογραφία, ηχογραφώ ένα βίντεο
tomar una fotografía o grabar un vídeo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispara
ενεστώτα μετοχή
disparando
απλός αόριστος
disparé
παθητική μετοχή
disparado
Παραδείγματα
El director pidió disparar la escena de nuevo.
Ο σκηνοθέτης ζήτησε να γυρίσει τη σκηνή ξανά.
02
πυροβολώ, ρίχνω
hacer que un arma de fuego lance un proyectil
Παραδείγματα
En la película, el villano le dispara al héroe en el hombro.
Στην ταινία, ο κακός πυροβολεί τον ήρωα στον ώμο.



























