el sufrimiento
suf
suf
soof
rim
ˈɾim
rim
ien
jen
yen
to
to
to
tratamientoalojamientocomplementorendimiento

Ορισμός και σημασία του "sufrimiento"στα ισπανικά

El sufrimiento
01

ταλαιπωρία

estado de dolor físico o emocional 
el sufrimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sufrimientos
Παραδείγματα
Su vida estuvo llena de sufrimiento. 

Η ζωή του ήταν γεμάτη βάσανα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store