el sufrimiento
Pronunciation
/sˌufɾimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "sufrimiento"στα ισπανικά

El sufrimiento
[gender: masculine]
01

ταλαιπωρία

estado de dolor físico o emocional
el sufrimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sufrimientos
Παραδείγματα
El sufrimiento emocional puede afectar la salud física.
Το συναισθηματικό πάθος μπορεί να επηρεάσει τη σωματική υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store