Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sufrimiento
01
ταλαιπωρία
estado de dolor físico o emocional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sufrimientos
Παραδείγματα
Su vida estuvo llena de sufrimiento.
Η ζωή του ήταν γεμάτη βάσανα.



























