Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sufrimiento
[gender: masculine]
01
ταλαιπωρία
estado de dolor físico o emocional
Παραδείγματα
El sufrimiento emocional puede afectar la salud física.
Το συναισθηματικό πάθος μπορεί να επηρεάσει τη σωματική υγεία.



























