Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El modernismo
01
μοντερνισμός
movimiento artístico o cultural que busca innovar y romper con lo tradicional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El modernismo introdujo nuevas formas en la poesía.
Ο μοντερνισμός εισήγαγε νέες μορφές στην ποίηση.



























