Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El modernismo
01
μοντερνισμός
movimiento artístico o cultural que busca innovar y romper con lo tradicional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Este edificio es un ejemplo claro del modernismo arquitectónico.
Αυτό το κτίριο είναι ένα σαφές παράδειγμα αρχιτεκτονικού μοντερνισμού.



























