Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
describir
[past form: describí][present form: describo]
01
περιγράφω
decir o explicar cómo es algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
describo
γ΄ ενικό πρόσωπο
describe
ενεστώτα μετοχή
describiendo
απλός αόριστος
describí
παθητική μετοχή
descrito,descripto
Παραδείγματα
¿ Puedes describir cómo sucedió el accidente?
Μπορείς να περιγράψεις πώς συνέβη το ατύχημα ;



























