teatral
Pronunciation
/tˌeatɾˈal/

Ορισμός και σημασία του "teatral"στα ισπανικά

01

θεατρικός, σχετικός με τη σκηνική παράσταση

relativo al teatro o a la representación escénica
teatral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
teatral
αρσενικό πληθυντικό
teatrales
θηλυκό ενικό
teatral
θηλυκό πληθυντικό
teatrales
Παραδείγματα
El director enfatizó lo teatral de cada escena.
Ο σκηνοθέτης τόνισε την θεατρική πτυχή κάθε σκηνής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store