Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La escena
01
σκηνή
parte de una obra de teatro, película o narración que muestra una acción determinada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
escenas
Παραδείγματα
La primera escena de la obra fue muy emocionante.
Η πρώτη σκηνή του έργου ήταν πολύ συναρπαστική.
02
σκηνή, τόπος
lugar donde ocurre un hecho o suceso
Παραδείγματα
La policía llegó a la escena del accidente.
03
σκηνή, υπερβολική συμπεριφορά
comportamiento exagerado o conflictivo que se hace público
Παραδείγματα
Hizo una escena en el restaurante por un mal servicio.
Έκανε μια σκηνή στο εστιατόριο λόγω κακής εξυπηρέτησης.



























