Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lógica
[gender: feminine]
01
λογική
ciencia que estudia el razonamiento correcto y las reglas del pensamiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La lógica es clave en el análisis crítico.
Η λογική είναι καθοριστική στην κριτική ανάλυση.



























