Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
analizar
[past form: analicé][present form: analizo]
01
αναλύω
examinar algo en detalle para comprenderlo o extraer conclusiones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
analizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
analiza
ενεστώτα μετοχή
analizando
απλός αόριστος
analicé
παθητική μετοχή
analizado
Παραδείγματα
El científico analizó las muestras en el laboratorio.
Ο επιστήμονας ανέλυσε τα δείγματα στο εργαστήριο.



























