Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La proposición
[gender: feminine]
01
πρόταση, ιδέα
idea o sugerencia que se presenta para ser aceptada o discutida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
proposiciones
Παραδείγματα
La proposición debe ser clara y precisa.
Η πρόταση πρέπει να είναι σαφής και ακριβής.



























