Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
global
01
παγκόσμιος, οικουμενικός
que abarca todo el mundo o es universal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más global
συγκριτικός βαθμός
más global
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
global
αρσενικό πληθυντικό
globales
θηλυκό ενικό
global
θηλυκό πληθυντικό
globales
Παραδείγματα
La biodiversidad global está en peligro.
Η παγκόσμια βιοποικιλότητα βρίσκεται σε κίνδυνο.
Λεξικό Δέντρο
global
glob



























