global
Pronunciation
/ɡloβˈal/

Ορισμός και σημασία του "global"στα ισπανικά

01

παγκόσμιος, οικουμενικός

que abarca todo el mundo o es universal
global definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más global
συγκριτικός βαθμός
más global
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
global
αρσενικό πληθυντικό
globales
θηλυκό ενικό
global
θηλυκό πληθυντικό
globales
Παραδείγματα
La biodiversidad global está en peligro.
Η παγκόσμια βιοποικιλότητα βρίσκεται σε κίνδυνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store