Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atmosférico
01
ατμοσφαιρικός
relacionado con la atmósfera o el aire que nos rodea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atmosférico
αρσενικό πληθυντικό
atmosféricos
θηλυκό ενικό
atmosférica
θηλυκό πληθυντικό
atmosféricas
Παραδείγματα
Los sensores miden la calidad atmosférica del aire.



























