Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exagerado
01
que presenta algo de manera excesiva o más grande, intenso o importante de lo que es en realidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exagerado
συγκριτικός βαθμός
más exagerado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exagerado
αρσενικό πληθυντικό
exagerados
θηλυκό ενικό
exagerada
θηλυκό πληθυντικό
exageradas
Παραδείγματα
El maquillaje de la actriz era muy exagerado.



























