Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eólico
01
σχετικός με τον άνεμο, που παράγεται από τον άνεμο
Relacionado con el viento o producido por el viento.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
eólico
αρσενικό πληθυντικό
eólicos
θηλυκό ενικό
eólica
θηλυκό πληθυντικό
eólicas
Παραδείγματα
La energía eólica es una fuente renovable.
Η αιολική ενέργεια είναι μια ανανεώσιμη πηγή.



























