Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La recesión
01
ύφεση, οικονομική ύφεση
periodo de disminución económica general en un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recesiones
Παραδείγματα
La recesión afectó a muchas empresas pequeñas.
Η ύφεση επηρέασε πολλές μικρές επιχειρήσεις.



























