la recesión
Pronunciation
/rˌeθesjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "recesión"στα ισπανικά

01

ύφεση, οικονομική ύφεση

periodo de disminución económica general en un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recesiones
Παραδείγματα
La recesión causó una caída en la producción industrial.
Η ύφεση προκάλεσε πτώση της βιομηχανικής παραγωγής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store