la recesión
re
re
re
ce
θe
the
sión
ˈsjon
syon
recepciónregresiónrevisiónreclusión

Ορισμός και σημασία του "recesión"στα ισπανικά

01

ύφεση, οικονομική ύφεση

periodo de disminución económica general en un país 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recesiones
Παραδείγματα
La recesión afectó a muchas empresas pequeñas. 

Η ύφεση επηρέασε πολλές μικρές επιχειρήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store