Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aumento
01
αύξηση
incremento o crecimiento en cantidad, tamaño o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aumentos
Παραδείγματα
El aumento de la temperatura fue notable.
Η αύξηση της θερμοκρασίας ήταν αξιοσημείωτη.
02
αύξηση μισθού
incremento del salario o sueldo de una persona
Παραδείγματα
Recibió un aumento de sueldo el mes pasado.
Έλαβε αύξηση μισθού τον περασμένο μήνα.



























