Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aumento
[gender: masculine]
01
αύξηση
incremento o crecimiento en cantidad, tamaño o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aumentos
Παραδείγματα
Se espera un aumento en la demanda de productos.
Αναμένεται μια αύξηση στη ζήτηση προϊόντων.
02
αύξηση μισθού
incremento del salario o sueldo de una persona
Παραδείγματα
El aumento mejoró su situación económica.
Η αύξηση βελτίωσε την οικονομική του κατάσταση.



























