Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ganadero
01
κτηνοτροφικός, ζωικός
relacionado con la cría y el cuidado de animales de granja
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ganadero
αρσενικό πληθυντικό
ganaderos
θηλυκό ενικό
ganadera
θηλυκό πληθυντικό
ganaderas
Παραδείγματα
La contaminación ganadera afecta el medio ambiente.
Η κτηνοτροφική ρύπανση επηρεάζει το περιβάλλον.



























