Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La intención
01
πρόθεση, σκοπός
propósito o voluntad de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intenciones
Παραδείγματα
La intención de la propuesta es aumentar ventas.
Η πρόθεση της πρότασης είναι να αυξήσει τις πωλήσεις.



























