Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cadena de tiendas
01
αλυσίδα καταστημάτων, δίκτυο καταστημάτων
grupo de tiendas con el mismo nombre y administración
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cadenas de tiendas
Παραδείγματα
La cadena de tiendas abrió tres sucursales nuevas.
Η αλυσίδα καταστημάτων άνοιξε τρία νέα υποκαταστήματα.
LanGeek



























