Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pago
01
πληρωμή
acción o resultado de dar dinero por un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pagos
Παραδείγματα
El pago se realizó con tarjeta de crédito.
Η πληρωμή έγινε με πιστωτική κάρτα.



























