la venta
ven
ˈben
ben
ta
ta
ta
venda

Ορισμός και σημασία του "venta"στα ισπανικά

01

πώληση

acción de vender productos o servicios 
la venta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ventas
Παραδείγματα
La venta de libros aumentó este mes. 

Η πώληση των βιβλίων αυξήθηκε αυτόν τον μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store