Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La oferta
01
προσφορά, προώθηση
precio especial o condición favorable para vender un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ofertas
Παραδείγματα
En la oferta, recibes un regalo con la compra.
Στην προσφορά, λαμβάνετε ένα δώρο με την αγορά.
02
προσφορά, πρόταση
cantidad disponible de bienes, servicios o recursos en un mercado o lugar determinado
Παραδείγματα
La oferta de energía renovable está creciendo en el país.
Η προσφορά ανανεώσιμης ενέργειας αυξάνεται στη χώρα.
03
προσφορά
propuesta para vender o comprar algo o para realizar una acción
Παραδείγματα
Presentaron una oferta para el proyecto.
Παρουσίασαν μια προσφορά για το έργο.



























