Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La oferta
01
προσφορά, προώθηση
precio especial o condición favorable para vender un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ofertas
Παραδείγματα
La tienda tiene una oferta especial esta semana.
Το κατάστημα έχει μια ειδική προσφορά αυτή την εβδομάδα.
02
προσφορά, πρόταση
cantidad disponible de bienes, servicios o recursos en un mercado o lugar determinado
Παραδείγματα
La oferta de frutas y verduras frescas es abundante en el mercado.
Η προσφορά φρέσκων φρούτων και λαχανικών είναι άφθονη στην αγορά.
03
προσφορά
propuesta para vender o comprar algo o para realizar una acción
Παραδείγματα
Recibió una oferta de trabajo interesante.
Έλαβε μια ενδιαφέρουσα προσφορά εργασίας.



























