Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gobierno
01
κυβέρνηση, διοίκηση
grupo de personas que dirigen un país o una región
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gobiernos
Παραδείγματα
El gobierno anunció nuevas medidas económicas.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα οικονομικά μέτρα.
02
διαχείριση, διοίκηση
acción de dirigir, administrar o gestionar una organización, institución o país
Παραδείγματα
El gobierno del proyecto requiere experiencia.
Η διαχείριση του έργου απαιτεί εμπειρία.



























