castigar
cas
kas
kas
ti
ti
ti
gar
ˈɣaɾ
ghar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "castigar"στα ισπανικά

castigar
01

τιμωρώ

hacer que alguien sufra una consecuencia por algo malo que hizo 
castigar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
castigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
castiga
ενεστώτα μετοχή
castigando
απλός αόριστος
castigué
παθητική μετοχή
castigado
Παραδείγματα
El maestro castiga a los estudiantes que llegan tarde. 

Ο δάσκαλος τιμωρεί τους μαθητές που έρχονται αργά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store