Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La policía de tráfico
01
αστυνομικός της κυκλοφορίας, τροχονόμος
persona que controla y regula el tráfico en las calles y carreteras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
policías de tráfico
αρσενικό ενικό
policía de tráfico
θηλυκό ενικό
policía de tráfico
neutral form
agente de tráfico
Παραδείγματα
La policía de tráfico detuvo al conductor por exceso de velocidad.
Η τροχαία σταμάτησε τον οδηγό για υπέρβαση ταχύτητας.
LanGeek



























