el agente de policía
Pronunciation
/axˈɛnte ðe pˌoliθˈia/

Ορισμός και σημασία του "agente de policía"στα ισπανικά

El agente de policía
01

αστυνομικός, αστυφύλακας

un miembro de la policía que tiene autoridad para hacer cumplir la ley
el agente de policía definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agentes de policía
Παραδείγματα
Un agente de policía trabaja en turnos largos.
Ένας αστυνομικός εργάζεται σε μακριές βάρδιες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store