la utilización
Pronunciation
/ˌutilˌiθaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "utilización"στα ισπανικά

La utilización
01

χρήση

acción de usar o emplear algo
la utilización definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Se promueve la utilización de materiales reciclados.
Η χρήση ανακυκλωμένων υλικών προωθείται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store