Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La utilización
01
χρήση
acción de usar o emplear algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Se promueve la utilización de materiales reciclados.
Η χρήση ανακυκλωμένων υλικών προωθείται.



























