terapéutico
Pronunciation
/tˌɛɾapˈɛutˌiko/

Ορισμός και σημασία του "terapéutico"στα ισπανικά

terapéutico
01

θεραπευτικός

relacionado con el tratamiento o la cura de enfermedades
terapéutico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terapéutico
αρσενικό πληθυντικό
terapéuticos
θηλυκό ενικό
terapéutica
θηλυκό πληθυντικό
terapéuticas
Παραδείγματα
El arte puede tener un efecto terapéutico en las personas.
Η τέχνη μπορεί να έχει θεραπευτική επίδραση στους ανθρώπους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store