Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terapéutico
01
θεραπευτικός
relacionado con el tratamiento o la cura de enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terapéutico
αρσενικό πληθυντικό
terapéuticos
θηλυκό ενικό
terapéutica
θηλυκό πληθυντικό
terapéuticas
Παραδείγματα
El arte puede tener un efecto terapéutico en las personas.
Η τέχνη μπορεί να έχει θεραπευτική επίδραση στους ανθρώπους.



























