el cansancio
can
kan
kan
sanc
sanθ
santh
io
jo
yo
franciorancio

Ορισμός και σημασία του "cansancio"στα ισπανικά

01

κούραση, εξάντληση

sensación de estar muy cansado o sin energía 
el cansancio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Después del trabajo siento mucho cansancio. 

Μετά τη δουλειά, νιώθω πολλή κούραση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store