curar
Pronunciation
/kuɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "curar"στα ισπανικά

01

θεραπεύω, φροντίζω

hacer que una persona o una herida recupere la salud
curar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cura
ενεστώτα μετοχή
curando
απλός αόριστος
curé
παθητική μετοχή
curado
Παραδείγματα
¿ Cómo se puede curar una herida infectada?
Πώς μπορεί να θεραπευτεί ένα μολυσμένο τραύμα ;
02

αλατίζω, μαρινάρω

tratar un alimento con sal, azúcar, especias o ahumado para preservarlo y darle sabor
curar definition and meaning
Παραδείγματα
Curaremos estos embutidos en la bodega durante meses.
Θα κουράρουμε αυτά τα λουκάνικα στο κελάρι για μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store