Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curar
01
θεραπεύω, φροντίζω
hacer que una persona o una herida recupere la salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cura
ενεστώτα μετοχή
curando
απλός αόριστος
curé
παθητική μετοχή
curado
Παραδείγματα
¿ Cómo se puede curar una herida infectada?
Πώς μπορεί να θεραπευτεί ένα μολυσμένο τραύμα ;
02
αλατίζω, μαρινάρω
tratar un alimento con sal, azúcar, especias o ahumado para preservarlo y darle sabor
Παραδείγματα
Curaremos estos embutidos en la bodega durante meses.
Θα κουράρουμε αυτά τα λουκάνικα στο κελάρι για μήνες.



























