Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curar
01
θεραπεύω, φροντίζω
hacer que una persona o una herida recupere la salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cura
ενεστώτα μετοχή
curando
απλός αόριστος
curé
παθητική μετοχή
curado
Παραδείγματα
El médico curó la herida con esmero.
Ο γιατρός γιώτρεψε το τραύμα με προσοχή.
02
αλατίζω, μαρινάρω
tratar un alimento con sal, azúcar, especias o ahumado para preservarlo y darle sabor
Παραδείγματα
Curó el salmón con sal, azúcar y eneldo.
Αλάτισε τον σολομό με αλάτι, ζάχαρη και άνηθο.



























