curar
cu
ku
koo
rar
ˈɾaɾ
rar
cursar

Ορισμός και σημασία του "curar"στα ισπανικά

01

θεραπεύω, φροντίζω

hacer que una persona o una herida recupere la salud 
curar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cura
ενεστώτα μετοχή
curando
απλός αόριστος
curé
παθητική μετοχή
curado
Παραδείγματα
El médico curó la herida con esmero. 

Ο γιατρός γιώτρεψε το τραύμα με προσοχή.

02

αλατίζω, μαρινάρω

tratar un alimento con sal, azúcar, especias o ahumado para preservarlo y darle sabor 
curar definition and meaning
Παραδείγματα
Curó el salmón con sal, azúcar y eneldo. 

Αλάτισε τον σολομό με αλάτι, ζάχαρη και άνηθο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store