cicatrizar
ci
θi
θι
cat
kat
κατ
ri
ri
ρι
zar
ˈθar
θαρ
visualizardistanciarpredominaratestiguar

Ορισμός και σημασία του "cicatrizar"στα ισπανικά

cicatrizar
01

επούλωση, κλείσιμο πληγής

cerrarse una herida formando una cicatriz 
cicatrizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cicatrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cicatriza
ενεστώτα μετοχή
cicatrizando
απλός αόριστος
cicatricé
παθητική μετοχή
cicatrizado
Παραδείγματα
La herida comenzó a cicatrizar. 

Η πληγή άρχισε να επιθεραπεύεται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store