Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cicatrizar
01
επούλωση, κλείσιμο πληγής
cerrarse una herida formando una cicatriz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cicatrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cicatriza
ενεστώτα μετοχή
cicatrizando
απλός αόριστος
cicatricé
παθητική μετοχή
cicatrizado
Παραδείγματα
La herida comenzó a cicatrizar.
Η πληγή άρχισε να επιθεραπεύεται.



























