Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El suavizante
01
κατασταλτικό
producto que se usa para dejar más suave el cabello
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
suavizantes
Παραδείγματα
Este suavizante deja el cabello muy sedoso.
02
μαλακτικό υφασμάτων
un producto líquido que se añade al lavado para hacer la ropa más suave y reducir la electricidad estática
Παραδείγματα
Su suavizante favorito deja la ropa muy suave y con buen olor.
Το αγαπημένο του μαλακτικό ρούχων αφήνει τα ρούχα πολύ μαλακά και με καλή μυρωδιά.



























