Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hidratar
[past form: hidraté][present form: hidrato]
01
ενυδατώνω, υγραίνω
añadir agua o humedad a algo para que no esté seco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hidrato
γ΄ ενικό πρόσωπο
hidrata
ενεστώτα μετοχή
hidratando
απλός αόριστος
hidraté
παθητική μετοχή
hidratado
Παραδείγματα
La falta de agua hace que la piel no pueda hidratarse bien.



























