Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aseo
01
υγιεινή, καθαριότητα
acción y cuidado para mantener limpio el cuerpo o el lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El aseo personal es importante para la salud.
Η προσωπική υγιεινή είναι σημαντική για την υγεία.
02
τουαλέτα, αποχωρητήριο
lugar donde se realizan necesidades fisiológicas y se puede lavar las manos
Παραδείγματα
¿Dónde está el aseo más cercano?
Πού βρίσκεται η πιο κοντινή τουαλέτα ;



























