la loción
lo
lo
lo
ción
ˈθjon
thyon
locuciónlocación

Ορισμός και σημασία του "loción"στα ισπανικά

01

λοσιόν, κρέμα ενυδάτωσης

líquido o crema que se aplica en la piel para hidratarla o tratarla 
la loción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lociones
Παραδείγματα
Uso una loción para hidratar mi piel seca. 

Χρησιμοποιώ ένα λοσιόν για να ενυδατώσω το ξηρό μου δέρμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store